Διαβούλευση, Επιτροπές και Συμβούλια: Πότε η Θεσμική Συμμετοχή Μετατρέπεται σε Πραγματική Ισχύ Πολιτικής Επιρροής — και Πότε Εκφυλίζεται σε Διαδικαστική Φθορά χωρίς Ουσιαστικό Αντίκρισμα


Η ιστοσελίδα koinsep.org αποτελεί μια πλατφόρμα ενημέρωσης και υποστήριξης για Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (ΚοινΣΕπ) και φορείς της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην Ελλάδα. Παρέχει πληροφορίες για την ίδρυση και διαχείριση ΚοινΣΕπ, όπως οδηγούς, νέα για επιδοτήσεις, νομικές και φορολογικές συμβουλές, καθώς και επικαιροποιημένα θέματα για τη λειτουργία τους. Απευθύνεται σε επαγγελματίες και πολίτες που επιθυμούν να συμβάλλουν στην κοινωνική οικονομία, ενισχύοντας την τοπική ανάπτυξη και τις κοινωνικές δράσεις και λειτουργει μέχρι σήμερα ανελλιπώς από το 2012


Εάν αποφασίσετε την δημιουργία της δικής σας ΚοινΣΕπ και έχετε μια καλή ιδέα που πληροί τα κριτήρια του νόμου 4430/2016 ελάτε σε επαφή μαζί μας από εδώ για να σας βοηθήσουμε με την 12χρονη εμπειρία μας στον τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας και στην Δημιουργία άνω των 750 Επιτυχημένων ΚοινΣΕπ


Η συμμετοχή σε διαβούλευση, επιτροπές, συμβούλια, ομάδες εργασίας, «φόρουμ», στρογγυλά τραπέζια και κάθε είδους συλλογικά όργανα έχει γίνει σχεδόν… δεύτερη εργασία για όποιον δραστηριοποιείται σοβαρά στην κοινωνική οικονομία, στον χώρο των συλλογικοτήτων, στις ΚοινΣΕπ, στους φορείς Κ.ΑΛ.Ο., στους επαγγελματικούς ή θεσμικούς φορείς. Υπάρχουν περίοδοι που η πολιτεία και οι θεσμοί ανοίγουν πολλά «κανάλια συμμετοχής» ταυτόχρονα: ζητούν γνώμες, προτάσεις, παρατηρήσεις, θέσεις, συμμετοχές σε επιτροπές, συμμετοχή σε «συμβούλια στρατηγικής», σε «ομάδες σχεδιασμού», σε «επιτροπές παρακολούθησης», σε «θεματικά panels». Από έξω αυτό μοιάζει σαν ένα ώριμο δημοκρατικό περιβάλλον: ο πολίτης και οι οργανώσεις καλούνται να συνδιαμορφώσουν.

Στην πράξη όμως, ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος είναι ο σωστός: η συμμετοχή έχει νόημα, αφήνει αποτύπωμα, μετακινεί πολιτικές, διορθώνει αστοχίες, παράγει ρυθμίσεις που δουλεύουν, ανοίγει δρόμους, χτίζει συμμαχίες, δημιουργεί θεσμική μνήμη. Ο δεύτερος είναι ο κυνικός: η συμμετοχή γίνεται άλλοθι, «διαβούλευση για τα μάτια», επιτροπές χωρίς αρμοδιότητα, συμβούλια χωρίς πρακτικά ή χωρίς συνέχεια, διαδικασίες που υπάρχουν για να ειπωθεί ότι «ακούσαμε» αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Εκεί η συμμετοχή δεν είναι δύναμη — είναι φθορά.

Και κάπου εδώ γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα: πού αξίζει πραγματικά να συμμετέχουμε; Πώς ξεχωρίζουμε μια διαδικασία που θα αποδώσει, από μια διαδικασία που θα μας καταναλώσει; Πώς συμμετέχουμε χωρίς να γινόμαστε διακοσμητικοί; Πώς προστατεύουμε τον χρόνο, την αξιοπρέπεια, τον φορέα μας και την ουσία της δουλειάς μας; Πώς μετατρέπουμε τη συμμετοχή σε αποτέλεσμα και όχι σε παρουσία;

Αυτό το κείμενο είναι ένας πρακτικός «χάρτης» για να παίρνουμε αποφάσεις: με ποια κριτήρια μπαίνουμε σε ένα όργανο, πώς κινούμαστε μέσα σε αυτό, πότε επιμένουμε, πότε αποχωρούμε, και κυρίως πώς διασφαλίζουμε ότι η συμμετοχή μας παράγει μετρήσιμο κοινωνικό και θεσμικό κέρδος.

1) Τι εννοούμε όταν λέμε «διαβούλευση», «επιτροπή», «συμβούλιο»

Οι λέξεις μοιάζουν, αλλά το βάρος τους διαφέρει.

1.1 Διαβούλευση

Συνήθως είναι:

  • δημόσια πρόσκληση για σχόλια σε σχέδιο νόμου/ΥΑ/προκήρυξης/στρατηγικής,
  • συλλογή παρατηρήσεων (γραπτές ή σε δημόσια ακρόαση),
  • συχνά με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα.

Κλειδί: στη διαβούλευση δεν «συνδιοικούμε». Δίνουμε τεκμηρίωση ώστε να διορθωθεί ένα κείμενο πριν κλειδώσει.

1.2 Επιτροπές / Ομάδες εργασίας

Μπορεί να είναι:

  • πραγματικές ομάδες παραγωγής πολιτικής (drafting),
  • ή ομάδες «να δούμε τι θα κάνουμε»,
  • ή σχήματα που φτιάχνονται για να εκτονωθεί πίεση.

Κλειδί: εδώ η μάχη είναι η αρμοδιότητα και το παραδοτέο.

1.3 Συμβούλια (θεσμικά όργανα)

Έχουν συνήθως πιο μόνιμο χαρακτήρα. Μπορεί να είναι συμβουλευτικά ή γνωμοδοτικά, ενίοτε έχουν σύνδεση με αποφάσεις ή χρηματοδοτήσεις.

Κλειδί: αν υπάρχει θεσμική συνέχεια (πρακτικά, ημερήσιες διατάξεις, συχνότητα, δέσμευση απάντησης), τότε αξίζει πιο πολύ.

2) Το μεγάλο δίλημμα: Συμμετοχή ως επιρροή ή συμμετοχή ως διακόσμηση

Η συμμετοχή έχει νόημα όταν συμβαίνει ένα από τα παρακάτω:

  1. Αλλάζει το περιεχόμενο μιας απόφασης (π.χ. διορθώνονται κρίσιμες αστοχίες).
  2. Μπαίνουν δεσμεύσεις σε χρονοδιάγραμμα (π.χ. «σε 30 μέρες φέρνουμε σχέδιο», «σε 60 μέρες βγαίνει εγκύκλιος»).
  3. Δημιουργείται κανάλι επίλυσης προβλημάτων (π.χ. η επιτροπή γίνεται σημείο αναφοράς για εφαρμογή).
  4. Ενισχύεται ο φορέας (αναγνωρισιμότητα, δικτύωση, θεσμικό κύρος, πρόσβαση σε πληροφορία).

Αν δεν ισχύει τίποτα από αυτά, η συμμετοχή κινδυνεύει να είναι απλή «παρουσία».

3) Τα κριτήρια επιλογής: Πού αξίζει να μπούμε

Για να αποφασίσουμε ψύχραιμα, χρειαζόμαστε ένα «φίλτρο» με αντικειμενικά κριτήρια.

3.1 Κριτήριο Α: Υπάρχει πραγματικό αντικείμενο και παραδοτέο;

Ρώτα (έστω και εσωτερικά):

  • Τι θα παραχθεί; (κείμενο, κανονισμός, οδηγός, απόφαση, μηχανισμός)
  • Πότε θα παραχθεί;
  • Ποιος το εγκρίνει;
  • Ποιος δεσμεύεται να το εφαρμόσει;

Αν δεν μπορείς να απαντήσεις, η συμμετοχή είναι υψηλού ρίσκου.

3.2 Κριτήριο Β: Ποια είναι η «γραμμή απόφασης»;

Πού πάει αυτό που θα πούμε;

  • Πηγαίνει σε υπουργό/γενικό γραμματέα/ΔΣ/διαχειριστική αρχή;
  • Ή μένει σε ένα αρχείο «συμπερασμάτων»;

Αξία έχει η διαδρομή προς απόφαση.

3.3 Κριτήριο Γ: Υπάρχει θεσμική λογοδοσία;

  • Θα βγουν πρακτικά;
  • Θα σταλεί απάντηση στις προτάσεις;
  • Θα υπάρχει δημόσια αιτιολόγηση για απόρριψη προτάσεων;

Χωρίς λογοδοσία, η διαδικασία είναι «απορρόφηση χρόνου».

3.4 Κριτήριο Δ: Είναι η σύνθεση ισορροπημένη ή προκαθορισμένη;

Σε πολλά όργανα, η σύνθεση «δείχνει» την έκβαση.

  • Αν κυριαρχούν αποκλειστικά φορείς με αντίθετα συμφέροντα,
  • αν οι κοινωνικοί φορείς είναι μειοψηφία χωρίς φωνή,
  • αν οι αποφάσεις παίρνονται εκτός τραπεζιού,
    τότε ο ρόλος μας συρρικνώνεται.

3.5 Κριτήριο Ε: Κόστος συμμετοχής vs όφελος

Κόστος δεν είναι μόνο οι ώρες. Είναι:

  • η ψυχική και θεσμική φθορά,
  • οι εντάσεις,
  • η διαρκής ανάγκη τεκμηρίωσης χωρίς ανταπόκριση,
  • η απομάκρυνση από την πραγματική δουλειά του φορέα.

Αν η συμμετοχή «στεγνώνει» τον οργανισμό, γίνεται αντικοινωνική για την ίδια την αποστολή μας.

4) Οι «κόκκινες σημαίες» που δείχνουν χάσιμο χρόνου

Υπάρχουν σημάδια που επαναλαμβάνονται σχεδόν πάντα στις άκαρπες διαδικασίες:

  • Αόριστο αντικείμενο («να συζητήσουμε γενικά…»).
  • Χωρίς χρονοδιάγραμμα ή με συνεχείς αναβολές.
  • Χωρίς πρακτικά ή πρακτικά που δεν αποτυπώνουν διαφωνίες.
  • “Θα το δούμε” ως μόνιμη απάντηση.
  • Επανάληψη των ίδιων θεμάτων χωρίς κλείσιμο.
  • Επιτροπές-βιτρίνα που υπάρχουν μόνο σε περιόδους πίεσης.
  • Αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί πριν τη συνεδρίαση.

Όταν εμφανίζονται 2–3 από αυτά μαζί, χρειάζεται στρατηγική: είτε αλλάζουμε τρόπο συμμετοχής, είτε αποχωρούμε με καθαρό αφήγημα.

5) Πώς συμμετέχουμε σωστά όταν αξίζει να μπούμε

Η συμμετοχή που αποδίδει δεν είναι «να μιλήσουμε». Είναι να κλειδώσουμε αποτέλεσμα.

5.1 Μπαίνουμε με γραπτή θέση, όχι με γενικές απόψεις

Η γραπτή θέση:

  • μένει,
  • κυκλοφορεί,
  • αναγκάζει τον άλλον να απαντήσει (έστω άτυπα),
  • αποτελεί τεκμήριο στο μέλλον.

5.2 Ζητάμε ορισμούς

Κάθε ασαφής λέξη γίνεται παγίδα: «στήριξη», «ενίσχυση», «προτεραιότητα», «επιλεξιμότητα», «ευελιξία».

Εμείς πιέζουμε:

  • τι σημαίνει πρακτικά;
  • ποιος το εφαρμόζει;
  • σε ποιον χρόνο;

5.3 Φέρνουμε λύσεις εφαρμογής, όχι μόνο κριτική

Η διοίκηση συχνά απορρίπτει προτάσεις όχι επειδή διαφωνεί ιδεολογικά, αλλά επειδή «δεν εφαρμόζεται».

Άρα:

  • προτείνουμε διαδικασία,
  • προτείνουμε φόρμα,
  • προτείνουμε μηχανισμό,
  • προτείνουμε δείκτη ελέγχου.

5.4 Κρατάμε «μητρώο δεσμεύσεων»

Σε κάθε συνεδρίαση:

  • τι ειπώθηκε,
  • τι δεσμεύτηκαν,
  • ποιος το ανέλαβε,
  • πότε πρέπει να επανέλθουμε.

Αυτό μετατρέπει τη συμμετοχή σε πίεση με μνήμη.

5.5 Χτίζουμε συμμαχίες μέσα στο όργανο

Η επιρροή σπάνια είναι ατομική.

  • βρίσκουμε 2–3 συνομιλητές,
  • συμφωνούμε σε κοινά ελάχιστα,
  • καταθέτουμε κοινές προτάσεις.

Οι κοινές προτάσεις περνάνε πιο εύκολα, γιατί δείχνουν ότι δεν μιλά «ένας» αλλά μια συγκλίνουσα ομάδα.

6) Η πιο δύσκολη δεξιότητα: Πότε φεύγουμε — και πώς

Η αποχώρηση δεν είναι ήττα όταν γίνεται σωστά. Είναι θεσμική πράξη προστασίας.

6.1 Πότε φεύγουμε

  • όταν δεν υπάρχει πια πιθανότητα αποτελέσματος,
  • όταν οι όροι είναι προσχηματικοί,
  • όταν η συμμετοχή μας εργαλειοποιείται για νομιμοποίηση,
  • όταν μας ζητούν να «υπογράψουμε» κάτι που δεν πιστεύουμε.

6.2 Πώς φεύγουμε

  • με σύντομη, καθαρή γραπτή αιτιολόγηση,
  • με αναφορά σε αντικειμενικά γεγονότα (όχι προσωπικές αιχμές),
  • με δήλωση διαθεσιμότητας να επιστρέψουμε αν υπάρξουν όροι (πρακτικά, χρονοδιάγραμμα, παραδοτέα).

Έτσι δεν «κόβεις γέφυρες», αλλά δείχνεις θεσμική σοβαρότητα.

7) Η στρατηγική συμμετοχής για φορείς Κ.ΑΛ.Ο. και ΚοινΣΕπ

Για τους φορείς που κουβαλούν κοινωνική αποστολή, ισχύει κάτι επιπλέον: δεν συμμετέχουμε μόνο για εμάς.

Συμμετέχουμε για να μην περάσουν πολιτικές που θα πλήξουν:

  • ευάλωτες ομάδες,
  • βιωσιμότητα μικρών φορέων,
  • δίκαιη πρόσβαση σε χρηματοδότηση,
  • ρεαλιστική συμμόρφωση χωρίς παράλογα βάρη.

Άρα ο πήχης είναι διπλός:

  1. να κερδίσουμε θεσμικό αποτέλεσμα,
  2. να προστατεύσουμε το οικοσύστημα.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αξίζει να είμαστε παρόντες κυρίως σε διαδικασίες που επηρεάζουν:

  • κανονισμούς λειτουργίας, μητρώα, ελέγχους, κριτήρια επιλεξιμότητας,
  • προκηρύξεις χρηματοδοτήσεων,
  • διαδικασίες πιστοποίησης/αξιολόγησης,
  • θεσμικά όργανα που μπορούν να παράγουν οδηγίες εφαρμογής.

8) Ένα απλό “τεστ 60 δευτερολέπτων” πριν πούμε ΝΑΙ

Πριν δεσμευτείς, απάντησε γρήγορα:

  1. Υπάρχει σαφές παραδοτέο;
  2. Υπάρχει αρμόδιος που αποφασίζει;
  3. Υπάρχει χρονοδιάγραμμα;
  4. Υπάρχει καταγραφή/πρακτικά;
  5. Υπάρχει πιθανότητα η συμβολή μας να αλλάξει κάτι;
  6. Το κόστος είναι διαχειρίσιμο;

Αν οι απαντήσεις «ναι» είναι 4–6, αξίζει. Αν είναι 0–2, προσοχή. Αν είναι 3, συμμετέχουμε με όρους και επιφυλάξεις.

Η συμμετοχή σε διαβούλευση, επιτροπές και συμβούλια δεν είναι απλώς «θεσμικό καθήκον». Είναι εργαλείο ισχύος — αλλά μόνο όταν χρησιμοποιείται με στρατηγική. Αν μπαίνουμε παντού, γινόμαστε αναλώσιμοι. Αν δεν μπαίνουμε πουθενά, αφήνουμε το πεδίο σε όσους έχουν χρόνο, πρόσβαση ή συμφέρον να καθορίσουν τους κανόνες χωρίς εμάς. Η σωστή στάση βρίσκεται στη μέση: επιλέγουμε έξυπνα, συμμετέχουμε οργανωμένα, απαιτούμε διαδικασία, παράγουμε γραπτό αποτύπωμα, κλειδώνουμε δεσμεύσεις, χτίζουμε συμμαχίες και — όταν χρειάζεται — αποχωρούμε θεσμικά, καθαρά, με αξιοπρέπεια.

Γιατί η μεγαλύτερη παγίδα των «πολλών συμμετοχών» δεν είναι ότι κουραζόμαστε. Είναι ότι συνηθίζουμε στην ιδέα πως η παρουσία αρκεί. Δεν αρκεί. Αυτό που μετρά είναι το αποτέλεσμα: να αλλάξει μια λέξη που κρύβει αδικία, να μπει μια εξαίρεση που σώζει πραγματικούς ανθρώπους, να διορθωθεί ένα κριτήριο που αποκλείει τους μικρούς, να προβλεφθεί μια διαδικασία που αποτρέπει αυθαιρεσίες, να δημιουργηθεί ένα κανάλι που λύνει προβλήματα στην πράξη.

Και όταν η συμμετοχή μας πιάνει τόπο, τότε δεν είμαστε απλώς «παρόντες». Είμαστε συνδιαμορφωτές. Και αυτό είναι το μόνο είδος συμμετοχής που αξίζει πραγματικά: εκείνη που αφήνει πίσω της έναν πιο δίκαιο, λειτουργικό και ανθρώπινο θεσμό από αυτόν που βρήκαμε.


Discover more from ΔΙΚΤΥΟ ΚοινΣΕπ

Subscribe to get the latest posts sent to your email.