Συμμετοχή Δημοσίων υπαλλήλων ως μέλη σε ΚοινΣΕπ


Αγοράστε τα αγαπημένα σας προϊόντα από τους χορηγούς μας και υποστηρίξτε μας



Εάν αποφασίσετε την δημιουργία της δικής σας ΚοινΣΕπ και έχετε μια καλή ιδέα που πληροί τα κριτήρια του νόμου 4430/2016 ελάτε σε επαφή μαζί μας από εδώ για να σας βοηθήσουμε με την 6χρονη εμπειρία μας στον τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας και στην Δημιουργία άνω των 390 Επιτυχημένων ΚοινΣΕπ



Εσύ έχεις ενημερωθεί για την Πανελλήνια Ομοσπονδία Φορέων Κοινωνικής Οικονομίας;


imagesΚατά καιρούς γινόμαστε δέκτες μηνυμάτων από ενδιαφερομένους δημόσιους υπαλλήλους αν μπορούν να γίνουν μέλη ΚοινΣΕπ, σας ενημερώνουμε για τα παρακάτω δεδομένα που δίνουν μια απάντηση και που θα πρέπει ο κάθε ενδιαφερόμενος δημόσιος υπάλληλος να αξιολογήσει σχετικά.

Η συμμετοχή ενός μέλους σε μια ΚοινΣΕπ δεν του δημιουργεί ασφαλιστικές η φορολογικές υποχρεώσεις (link). Η συμμετοχή μέλους της Διοικούσας επιτροπής είναι Τιμητική και Άμισθη. Μια τυπική άδεια από τον εποπτεύοντα φορέα για συμμετοχή σε Αστικό Συνεταιρισμό είναι απλή και συχνή πρακτική χωρίς να σας δημιουργήσει τυχόν θέμα.  Υπάρχει ικανός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων που είναι μέλη ΚοινΣΕπ ακόμα και στην διοικούσα επιτροπή.

Υπαλληλικός Κώδικας Άρθρο 32 Συμμετοχή σε εταιρείες (link) 1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων.

To άρθρο 32 του Ν. 3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. – Υ.Κ.) ορίζει ότι «1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων. 2. Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου. Η άδεια χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 31 του παρόντος. 3. Απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγό του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του. Ο υπάλληλος που κατά το διορισμό ο ίδιος ή σύζυγος του ή ανήλικα τέκνα του κατέχουν μετοχές ανωνύμων εταιρειών οι οποίες εμπίπτουν στην απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, λόγω κληρονομιάς, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και εντός ενός έτους είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετακίνησή του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του και διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 66 και 74 του παρόντος. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος του άρθρου 36 του παρόντος. 4. Διατηρούνται σε ισχύ ειδικές διατάξεις που αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και θεσπίζουν πρόσθετους περιορισμούς για τους υπαλλήλους. 5. Επιτρέπεται η συμμετοχή υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς ή στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών ή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους Ο.Τ.Α. και τις δημόσιες επιχειρήσεις, όταν τούτο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις».

Η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου υποχρέωση δήλωσης αφορά τη «συμμετοχή», δηλαδή και την ιδιότητα του απλού μέλους ΝΠΙΔ «οποιασδήποτε μορφής»[1]. Η διάταξη αφορά τα ΝΠΙΔ του ιδιωτικού τομέα, ανεξαρτήτως της ονομασίας και της νομικής μορφής-τύπου της σύστασης και λειτουργίας τους, λ.χ. αφορά και τις αστικές εταιρείες (άρθρα 741 επ. ΑΚ). Υποχρέωση δήλωσης δεν υπάρχει αν η «συμμετοχή» αφορά «σωματεία» όλων των ειδών ή κοινωφελή ιδρύματα, διότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν υπάρχει ο οικονομικός σκοπός του ιδιοτελούς οφέλους.

Αναφορικά με την τυποποιούμενη στην παρ. 2 απαγόρευση, ενόψει ακριβώς της κερδοσκοπικής επιδίωξης οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας και ως εκ τούτου της ανάπτυξης πληθώρας οικονομικών συναλλαγών (που συνδέονται και με την εμπορική ιδιότητα και τις συνέπειές της, λ.χ. την πτώχευση), η απαγόρευση είναι γενική και σχεδόν απόλυτη. Ειδικότερα: α) Η απαγόρευση αφορά «οποιαδήποτε» εμπορική εταιρεία, και συνεπώς όχι άλλη εταιρεία, όπως είναι η αμιγώς αστική εταιρεία (άρθρα 741 επ. ΑΚ). β) Η απαγόρευση αφορά όλους τους τύπους των εταιρειών, ήτοι την προσωπική (ΟΕ[2], ΕΕ και Αφανή[3]), την κεφαλαιουχική (ΕΠΕ), την κοινοπραξία εταιρειών. Η απαγόρευση αφορά και τη συμμετοχή ως ετερόρρυθμου εταίρου, ήτοι ως απλού χρηματοδότη σε ΕΕ, καθότι ενδέχεται το εν λόγω πρόσωπο να μεταπέσει στο καθεστώς της ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων και συνεπώς να υπόκειται αλληλεγγύως σε όλες τις υποχρεώσεις που καταλαμβάνουν αυτούς. γ) Η απαγόρευση αφορά, προσέτι, την ιδιότητα του διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου σε ΑΕ και την ιδιότητα του διαχειριστή «οποιασδήποτε» εμπορικής εταιρείας. δ) Η απαγόρευση κάμπτεται και έτσι επιτρέπεται να μετέχει ο υπάλληλος στη «διοίκηση» ΑΕ ή Γεωργικών Συνεταιρισμών, κατόπιν αδείας. Ως «διοίκηση» νοείται το Δ.Σ. και όχι η διεύθυνση-διαχείριση, διότι αυτή εμπίπτει στην πλήρη απαγόρευση (= «με την επιφύλαξη…» του προηγούμενου εδαφίου α΄ της παρ. 2). Η σχετική άδεια χορηγείται και συνεπώς ανακαλείται, όπως ορίζει το άρθρο 31 παρ. 1 και 2 του Υ.Κ..

Αναφορικά με το ειδικότερο ζήτημα της κατοχής μετοχών ΑΕ από δημόσιο υπάλληλο, κατ’ αρχήν δεν απαγορεύεται και είναι επιτρεπτή η συμμετοχή του στις συνελεύσεις της ΑΕ ως κατόχου μετοχών. Τούτο προκύπτει, a contrario, και από την επόμενη παρ. 3 εδ. α΄ της αυτής διάταξης. Διαφορετικής αντιμετώπισης χρήζει, όμως, η περίπτωση, κατά την οποία ο δημόσιος υπάλληλος κατέχει τόσο μεγάλο αριθμό μετοχών, ώστε να επηρεάζει κατ’ ουσίαν τη διοίκηση της ΑΕ, καίτοι τύποις δε μετέχει στη διοίκησή της. Στην περίπτωση αυτή, είναι αναπόφευκτη η ανάμιξη του μετόχου-υπαλλήλου σε θέματα αμιγούς διοίκησης της ΑΕ, με αποτέλεσμα να πρέπει να ισχύσει η διάταξη που απαγορεύει τη συμμετοχή του υπαλλήλου στη διοίκηση ΑΕ, εκτός αν του χορηγηθεί άδεια προς τούτο (άρθρο 32 παρ. 2 Υ.Κ.). Άλλως, θα πρόκειται για εκ πλαγίου καταστρατήγηση του σκοπού του νόμου.

Ακόμη, δεδομένου ότι η δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπαλλήλου σε ΙΚΕ δε ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 32 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα, ετέθη το ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εάν επιτρέπεται υπάλληλος, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Υ.Κ., να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή ΙΚΕ, καθώς και εάν απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου στην περίπτωση που ο υπάλληλος συμμετέχει στην εταιρεία με κεφαλαιακές εισφορές και στην περίπτωση που συμμετέχει με μη κεφαλαιακές εισφορές[4]. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25/2015 Γνωμοδοτήσεώς του, το Ε΄ Τμήμα του Ν.Σ.Κ. έκρινε ομόφωνα ότι απαγορεύεται η κτήση ιδιότητας διαχειριστή ΙΚΕ από δημόσιο υπάλληλο, με το ακόλουθο σκεπτικό[5]: «Η Ι.Κ.Ε. έχει νομική προσωπικότητα και είναι εκ του νόμου εμπορική, χωρίς να ασκεί καμία επίδραση ο εξυπηρετούμενος με την εταιρία αυτή σκοπός και η ανάπτυξη ή μη εμπορικής (δηλαδή κερδοσκοπικής) επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η διαχείριση και η εκπροσώπησή της, αν δεν υπάρξει αντίθετη απόφαση των εταίρων, ανατίθεται κατά τον από το νόμο προβλεπόμενο τρόπο και διαδικασία σε ένα ή περισσότερους διαχειριστές που είναι, κατ’ αρχήν, φυσικά πρόσωπα, εταίροι ή μη, και οι οποίοι εκπροσωπούν την εταιρία, ενεργώντας στο όνομά της κάθε πράξη που αφορά στη διοίκησή της ή στη διαχείριση της περιουσίας της… Επιπλέον, η τασσόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 32 του Υπαλληλικού Κώδικα απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου στη διαχείριση οποιασδήποτε εμπορικής εταιρίας είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι εκφεύγουν του απαγορευτικού αυτού κανόνα και εξαιρούνται μόνο οι περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος ρητώς προβλέπει. Επομένως, δεδομένου ότι δεν υφίσταται νομοθετική πρόβλεψη βάσει της οποίας ο υπάλληλος που διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρο 2) δύναται να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή Ι.Κ.Ε., δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο αυτό η διενέργεια των οικείων διαχειριστικών πράξεων».

Ως προς το δεύτερο ερώτημα διατυπώθηκαν δύο γνώμες. Σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα[6] «Ανεξάρτητα από την… υποχρέωση του… υπαλλήλου να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων, του απαγορεύεται… η συμμετοχή σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία. Η απαγόρευση, ενόψει ακριβώς της κερδοσκοπικής επιδίωξης οποιασδήποτε εμπορικής εταιρίας, είναι γενική και σχεδόν απόλυτη, αφορά δε σε όλους τους τύπους των εταιριών, δηλαδή στην προσωπική, στην κεφαλαιουχική (περιορισμένης ευθύνης) ή στην κοινοπραξία… Η απαγόρευση αυτή κάμπτεται μόνο όσον αφορά στη συμμετοχή του υπαλλήλου στη διοίκηση ανωνύμου εταιρίας ή γεωργικού συνεταιρισμού κατόπιν σχετικής αδείας που χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παρ. 1 και 2 του άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα. Τούτων δοθέντων προκύπτει ότι η εν λόγω απαγόρευση καταλαμβάνει και τη συμμετοχή του υπαλλήλου, με την κατ’ άρθρο 75 του Ν. 4072/2012 απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων, στην Ι.Κ.Ε.. Μολονότι, λοιπόν, ο Υπαλληλικός Κώδικας δεν απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του υπαλλήλου στο συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η άρση της απαγόρευσης γίνεται μόνο σε συγκεκριμένες προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του (9.2.2007), να προβλεφθεί η εκ των υστέρων θέσπιση νέου τύπου κεφαλαιουχικής εταιρίας, όπως αυτού της Ι.Κ.Ε., η οποία, άλλωστε, είναι εκ του νόμου εμπορική και, συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια και στο σκοπό της απαγόρευσης συμμετοχής του υπαλλήλου σε «οποιαδήποτε εμπορική εταιρία». Επιπροσθέτως, η Ι.Κ.Ε., ως προς τα γενικά της χαρακτηριστικά έχει νομοθετικά διαμορφωθεί, ασχέτως των κάθε φορά ειδικότερων και εμφαινόμενων στο καταστατικό εταιρικών επιλογών, με βάση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.), στην οποία η απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Η θέση αυτή επιρρωνύεται όχι μόνο από την επισκόπηση της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4072/2012 αλλά και από τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού, όπως αυτή της παρ. 2 του άρθρου 116, η οποία προβλέπει ότι, όπου στη νομοθεσία ορίζεται ότι η δραστηριότητα μπορεί να ασκείται από εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, εφεξής θα μπορεί να ασκείται και από ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 4 του άρθρου 98 του Πτωχευτικού Κώδικα και ορίζει ότι οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, καθώς και στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 120, με τις οποίες ενθαρρύνεται νομοθετικά η μέχρι την 31.12.2013 μετατροπή υφιστάμενων Ε.Π.Ε. σε Ι.Κ.Ε. … Ενόψει της κατά τα ανωτέρω διδόμενης απάντησης στο δεύτερο σκέλος του υπό εξέταση ερωτήματος, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή του ως άνω υπαλλήλου στην Ι.Κ.Ε., παρέλκει η εξέταση του ζητήματος περί την αναγκαιότητα έκδοσης υπέρ αυτού άδειας άσκησης ιδιωτικού έργου (με αμοιβή), όταν ο υπάλληλος συμμετέχει στην εταιρία με κεφαλαιακές και όταν συμμετέχει με μη κεφαλαιακές εισφορές».

Όσον αφορά στα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 32 Υ.Κ., τίθεται απόλυτη απαγόρευση μόνο για τα πρόσωπα που μνημονεύονται περιοριστικά σε αυτήν, και μόνο για μετοχές ΑΕ που υπάγονται στον «ειδικό» έλεγχο της Υπηρεσίας του υπαλλήλου. Η απαγόρευση επιδιώκει την εφαρμογή της αρχής της αμεροληψίας (άρθρο 36 Υ.Κ.) και γι’ αυτό αναφέρεται σε ΑΕ που υπάγονται: α) σε «ειδικό» έλεγχο, ήτοι στον ασκούμενο βάσει κανόνα ο οποίος προβλέπει ειδική προς τούτο αρμοδιότητα του υπηρεσιακού κλάδου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος[7], και όχι στο γενικό έλεγχο λ.χ. που ασκεί το Υπουργείο Ανάπτυξης (άρθρα 4, 51 επ. ν. 2190/1920 όπως ισχύει) επί όλων των ΑΕ. β) Της «υπηρεσίας του», ήτοι όχι όλης της υπηρεσίας (λ.χ. όλου του Υπουργείου) στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, αλλά της αρμόδιας υπηρεσίας στην οποία ανήκει και η οποία ασκεί τον «ειδικό» έλεγχο. Το εδ. β΄ προβλέπει την υποχρέωση υποβολής δήλωσης: α) Κατά το χρονικό σημείο του διορισμού. β) Μεταγενέστερα, αν ο υπάλληλος απέκτησε τις μετοχές «λόγω κληρονομίας»[8]. Στην τελευταία περίπτωση, η παρ. 3 εδ. β΄ τάσσει αποκλειστική προθεσμία ενός έτους (από την υποβολή της δήλωσης στην υπηρεσία σε σύντομο εύλογο χρόνο από την αποδοχή της κληρονομίας και τη νόμιμη μεταβίβαση-απόκτηση των μετοχών), εντός του οποίου ο υπάλληλος διαζευκτικά υποχρεούται 1) να μεταβιβάσει τις μετοχές, δηλ. να τις πωλήσει ή να τις δωρίσει, 2) να ζητήσει μετακίνηση σε «άλλη αρχή της υπηρεσίας του», δηλ. σε άλλη Γενική Διεύθυνση ή Διεύθυνση που δεν ασκούν τον «ειδικό» έλεγχο ή 3) να ζητήσει μετάταξή του σε άλλη Υπηρεσία ή και ΝΠΔΔ. Η μετακίνηση και η μετάταξη είναι υποχρεωτικές για την Υπηρεσία του υπαλλήλου, αλλά και για την Υπηρεσία (και ΝΠΔΔ) στην οποία ζήτησε μετάταξη. Έτσι, ο υπάλληλος δε φέρει ευθύνη, αν οι Υπηρεσίες δεν ενεργήσουν έγκαιρα τα δέοντα. Το εδ. δ΄ της παρ. 3 προβλέπει ότι κατά το μεσοδιάστημα εκπλήρωσης της υποχρέωσης του υπαλλήλου να μεταβιβάσει τις μετοχές κ.λπ., ισχύει γι’ αυτόν το κώλυμα του συμφέροντος κατά το άρθρο 36. Το εδ. δ΄ δεν ορίζει για τη μετακίνηση. Εντούτοις, η ταυτότητα του λόγου αφορά και τη μετακίνηση.

Οι περιορισμοί της παρ. 4 του άρθρου 32 Υ.Κ. είναι «πρόσθετοι», ήτοι επί πλέον εκείνων της παρ. 2. Κατά συνέπεια, με την παρ. 4 αίρεται και η δυνατότητα χορήγησης άδειας κατά την παρ. 2. Έτσι, λ.χ. τα μέλη του ΔΣ της «Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς» απαγορεύεται να συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε ενέργεια ή συναλλαγή που αφορά αντικείμενο που τελεί υπό τον έλεγχό της (άρθρο 77 παρ. 12 Ν. 1969/1991).

Η παρ. 5 καθιερώνει ειδική εξαίρεση από την απαγόρευση της συμμετοχής στη διοίκηση ΑΕ ή ΕΠΕ «με την υπηρεσιακή» ιδιότητα των υπαλλήλων, δηλ. ενόψει προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Οι εν λόγω εταιρείες πρέπει να «ελέγχονται» από το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, Ο.Τ.Α. και Δημόσιες Επιχειρήσεις, δηλ. να πρόκειται για εταιρείες «μικτής οικονομίας», οι οποίες κατά κανόνα υπάγονται στο «δημόσιο τομέα».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Α. Ι. Τάχο – Ι. Λ. Συμεωνίδη, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα – ΕρμΥΚ & αντίστοιχων διατάξεων Κώδικα Δημοτικών & Κοινοτικών Υπαλλήλων, τόμος Α΄, Άρθρα πρώτο-105, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Γ΄ Έκδοση, 2007, σελ. 369 επ. (υπό άρθρο 32).

[2] Βλ. Γνμδ ΝΣΚ 553/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. την ΣτΕ 3880/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία έκρινε επί υποθέσεως επιβολής πειθαρχικής ποινής σε δημόσιο υπάλληλο ο οποίος υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος, «δεδομένου ότι συμμετείχε ως (αφανής) εταίρος σε εταιρεία που είχε εμπορική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στην απαγόρευση των άρθρων 31 παρ. 3 και 32 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα».

[4] Βλ. όμως Α. Ι. Τάχο – Ι. Λ. Συμεωνίδη, όπ.π., σελ. 371, οι οποίοι, ήδη προ της εισαγωγής του εταιρικού τύπου της ΙΚΕ, είχαν υποστηρίξει ότι η απαγόρευση της παρ. 2 του άρθρου 32 ενδέχεται να αφορά και όλες τις νέες μορφές εταιρειών (άρθρο 31 παρ. 3 Υ.Κ.).

[5] Γνμδ ΝΣΚ 25/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[6] Μειοψήφησε ένας Νομικός Σύμβουλος, ο οποίος υποστήριξε ότι «Η πλήρης και απόλυτη απαγόρευση κατοχής έστω και ενός μεριδίου στην ΙΚΕ θέτει προφανή ζητήματα συνταγματικότητας (ενδεικτικά Σύνταγμα 1975, άρθρα 5 και 25) και δεν προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη του Υπαλληλικού Κώδικα ήταν να θέσει σε αμφισβήτηση την συνταγματικότητα των ρυθμίσεών του. Η έννοια και ο σκοπός της διάταξης είναι ότι η απαγόρευση συμμετοχής στην ΙΚΕ αναφέρεται στην απαγόρευση κατοχής του συνόλου των εταιρικών μεριδίων ή εν πάση περιπτώσει της πλειοψηφίας αυτών, που οδηγεί στην εξουσία διορισμού του διαχειριστή της (Ν. 4072/2012, άρθρο 57 παρ. 1). Ανάλογη θέση διατυπώνεται λ.χ. και στην περίπτωση της Α.Ε. όπου δεν προτείνεται ότι απαγορεύεται η αγορά εν γένει μετοχών από τον υπάλληλο, αλλά η κατοχή μεγάλου αριθμού τους, καθ’ όσον έπεται ούτως η έμμεση ανάμιξη αυτού στη διοίκηση της εταιρείας. Κατά την ίδια γνώμη η ερμηνεία αυτή προκύπτει contrario από τη διάταξη της επόμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου του Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρο 32 παρ. 3α), που εστιάζεται μόνο σε μια ειδική περίπτωση απαγόρευσης κατοχής μετοχών Α.Ε. και άρα όχι εν γένει μετοχών Α.Ε. … Κατά συνέπεια… πρέπει να γίνει δεκτό… ότι ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να κατέχει εταιρικά μερίδια σε ΙΚΕ όχι όμως την πλειοψηφία αυτών ούτε το εκάστοτε κατά νόμον αναγκαίο ποσοστό εταιρικών μεριδίων για λήψη αποφάσεων διοίκησης, όπως ο διορισμός διαχειριστή. Στην ειδική περίπτωση που τα κατεχόμενα, νομίμως, κατά τα ως άνω εταιρικά μερίδια αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακές εισφορές με τη μορφή παροχής εργασιών ή υπηρεσιών (Ν. 4072/2012, άρθρα 76 και 78), τότε είναι απαραίτητη η τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας χορήγησης άδειας (Υ.Κ., άρθρο 31)».

[7] Βλ. Γνμδ ΝΣΚ 115/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Πρβλ. Γνμδ ΝΣΚ 385/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία έκρινε ομοφώνως μεν ότι, σε περίπτωση απόκτησης εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ από δημόσιο υπάλληλο, λόγω κληρονομίας, δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας αυτού και της συμμετοχής του στην εταιρεία, το οποίο δύναται να αρθεί μόνο εφόσον ο υπάλληλος προβεί στη μεταβίβαση όλων των εταιρικών μεριδίων, κατά πλειοψηφία δε ότι η ως άνω μεταβίβαση πρέπει να λάβει χώρα εντός έτους από της υποβολής της σχετικής δήλωσης στην υπηρεσία του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. β΄ του Υ.Κ..

http://efotopoulou.gr


Έρευνα Τρέχουσας Κατάστασης ΚοινΣΕπ 2020 πές μας τα προβλήματα σου 


Εάν σε κάποια μας σελίδα δεν δουλεύει η φόρμα επικοινωνίας παρακαλώ στείλτε μήνυμα από εδώ


Χρήσιμα που πρέπει να διαβάσεις για την δική σου ενημέρωση!